χωλίαμβος χωλός (κουτσός) $ίαμβος*· στίχος που αποτελούνταν από ένα ιαμβικό τρίμετρο με ένα $σπονδείο*σπονδείος| (ή $τροχαίο*τροχαίος|) στον τελευταίο $πόδα*πους|: U - U - U - U - U - - - ή U - U - U - U - U - - U. Επινοήθηκε από τον σατυρικό ποιητή Ιππώνακτα (6ος αι. π.Χ.). Ο χωλίαμβος ονομαζόταν και $σκάζων* (κουτσός, χωλαίνων).
, χωλός (κουτσός) ίαμβος· στίχος που αποτελούνταν από ένα ιαμβικό τρίμετρο με ένα σπονδείο (ή τροχαίο) στον τελευταίο πόδα: U - U - U - U - U - - - ή U - U - U - U - U - - U. Επινοήθηκε από τον σατυρικό ποιητή Ιππώνακτα (6ος αι. π.Χ.). Ο χωλίαμβος ονομαζόταν και σκάζων (κουτσός, χωλαίνων).
|
|