καλλίνικος και καλλίνικον (ουδ.)· (α) ένα είδος αύλησης· ο λεξικογράφος Τρύφων στο δεύτερο βιβλίο των Ονομασιών περιλαμβάνει τον καλλίνικο ανάμεσα στις αυλήσεις (Αθήν. ΙΔ', 618C, 9· βλ. λ. $αύλησις*).
(β) είδος $χορού*χορός|· ο $Πολυδεύκης* στο κεφάλαιο Περί ειδών ορχήσεως (IV, 100) περιλαμβάνει στους χορούς και τον καλλίνικο ("και καλλίνικος, εφ' Ήρακλεί"). Ο Ησύχιος επίσης γράφει: "Καλλίνικος· κύριο όνομα και είδος χορού".
(γ) ως επίθετο σήμαινε "δοξάζοντας, εγκωμιάζοντας μια νίκη": καλλίνικος $ύμνος*. Πίνδ. 4ος Νεμεόνικος 16: "ύμνον κελάδησε καλλίνικον". , και καλλίνικον (ουδ.)· (α) ένα είδος αύλησης· ο λεξικογράφος Τρύφων στο δεύτερο βιβλίο των Ονομασιών περιλαμβάνει τον καλλίνικο ανάμεσα στις αυλήσεις (Αθήν. ΙΔ', 618C, 9· βλ. λ. αύλησις).
(β) είδος χορού· ο Πολυδεύκης στο κεφάλαιο Περί ειδών ορχήσεως (IV, 100) περιλαμβάνει στους χορούς και τον καλλίνικο ("και καλλίνικος, εφ' Ήρακλεί"). Ο Ησύχιος επίσης γράφει: "Καλλίνικος· κύριο όνομα και είδος χορού".
(γ) ως επίθετο σήμαινε "δοξάζοντας, εγκωμιάζοντας μια νίκη": καλλίνικος ύμνος. Πίνδ. 4ος Νεμεόνικος 16: "ύμνον κελάδησε καλλίνικον".
|
|