κέλαδος ήχος καθαρός, δυνατός τόνος. Ευριπίδης (Ιφιγέν. εν Ταύροις 1129): "κέλαδον $επτατόνου*επτάτονος| $λύρας*λύρα|" (ήχον της επτάχορδης λύρας). Επίσης, βλ. Βάκχαι 578, Πίνδαρος (απόσπ. 159, PLG Ι, 348): "νόμων ακούοντες θεοδμάτων κέλαδον" (ακούοντας τη φωνή των θείων [θεόσταλτων] νόμων).
κελαδεινός· θορυβώδης· Ε.Μ.: "παρά το κέλαδος γίνεται, ό σημαίνει τον θόρυβον και την ταραχήν" (παράγεται από το κέλαδος, που σημαίνει το θόρυβο και την ταραχή). , ήχος καθαρός, δυνατός τόνος. Ευριπίδης (Ιφιγέν. εν Ταύροις 1129): "κέλαδον επτατόνου λύρας" (ήχον της επτάχορδης λύρας). Επίσης, βλ. Βάκχαι 578, Πίνδαρος (απόσπ. 159, PLG Ι, 348): "νόμων ακούοντες θεοδμάτων κέλαδον" (ακούοντας τη φωνή των θείων [θεόσταλτων] νόμων).
κελαδεινός· θορυβώδης· Ε.Μ.: "παρά το κέλαδος γίνεται, ό σημαίνει τον θόρυβον και την ταραχήν" (παράγεται από το κέλαδος, που σημαίνει το θόρυβο και την ταραχή).
|
|